διάστημα


διάστημα
[дьястима] ουσ. о. расстояние, интерваз, промежуток времени,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "διάστημα" в других словарях:

  • διάστημα — interval neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάστημα — Ο ενδιάμεσος χώρος ή χρόνος· χρονική ή τοπική απόσταση. Ο όρος αναφέρεται, επίσης, στον αχανή χώρο που εκτείνεται πέρα από την ατμόσφαιρα της Γης, στον οποίο κινούνται τα ουράνια σώματα. (Για περισσότερα στοιχεία σχετικά με τις ανθρώπινες… …   Dictionary of Greek

  • διάστημα — το 1. απόσταση ανάμεσα σε δύο σημεία του τόπου: Έχασα το πορτοφόλι μου στο διάστημα από το σπίτι στο σχολείο. 2. απόσταση χρονική: Δεν εργάστηκε για μεγάλο διάστημα. 3. ο αχανής χώρος πέρα από την ατμόσφαιρα της γης: Γίνονται πια πολλά ταξίδια… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Συνθήκη για το Εξώτερο Διάστημα — Ο πλήρης τίτλος της είναι Συνθήκη για τις Αρχές που διέπουν τις Δραστηριότητες Κρατών στην Εξερεύνηση και Χρήση του Εξώτερου Διαστήματος, της Σελήνης και Άλλων Ουρανίων Σωμάτων. Πρόκειται για διεθνή συνθήκη που εγκρίθηκε από την 21η σύνοδο της… …   Dictionary of Greek

  • διάστημ' — διάστημα , διάστημα interval neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεσοπαγετώδεις εποχές — Διάστημα γεωλογικού χρόνου, το οποίο παρεμβάλλεται ανάμεσα σε δύο παγετωνικές περιόδους. Στη διάρκειά τους παρατηρείται αύξηση της μέσης θερμοκρασίας της επιφάνειας της Γης, τήξη των πάγων και άνοδος της στάθμης της θάλασσας, η οποία συνεπάγεται… …   Dictionary of Greek

  • διαστημάτεσσι — διάστημα interval neut dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαστημάτων — διάστημα interval neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαστήμασι — διάστημα interval neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαστήμασιν — διάστημα interval neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)